Αισθάνθηκα την ανάγκη, να μιλήσω για τους ανθρώπους εκείνους που –στη διάρκεια της ζωής- κάτι μού άφησαν! Θετικό ή όχι, οπωσδήποτε παρακαταθήκη. Που αναγνωρίζει η λογική και θυμάται το συναίσθημα!
Και μπορεί αυτό που άφησαν αυτοί οι άνθρωποι να ήταν ήθος ή ανασφάλεια, αλλαζονία ή σύμπτωμα! Κάτι από τον χαρακτήρα τους, το γνώρισμα που με στηγμάτισε ή με εξέπληξε – συνήθως δυσάρεστα! Ένα κομμάτι του εαυτού τους.
Ήταν κάποτε μια συμπεριφορά-πληρότητα που μού «έδωσαν», και την απαιτεί η ζωή για να μοιάζει ζηλευτή.
Μπορεί να ήταν η ώθηση εκείνη που η στιγμή ζητούσε, για να καταφέρω κάτι εμφανώς δύσκολο (αν οι συγκυρίες ήταν αλλιώς).
Ίσως –τέλος- ήταν, η εκπεφρασμένη με σκληρότητα ανασφάλειά τους, που με έκανε πιο δυνατή.
Τα ονόματα που αναφέρονται είναι πραγματικά, γι'αυτό και -τα περισσότερα- όχι πλήρη.
Και πρώτα οφείλω να σταθώ στον φιλόλογο και καθηγητή μου για έξι συναπτά έτη, Κυριάκο Παπάζογλου.
Ήταν ένας άνθρωπος απόλυτος όσο και ευαίσθητος. Με εκτόπισμα, αξίες και μια δυναμική που δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο. Με απόψεις που έμοιαζαν αυταρχικές και φιλελεύθερες συνάμα, αφού οι αρχές του πατούσαν κυρίως στην ελευθερία και τον σεβασμό προς τον Άνθρωπο.
Πίστευε ότι ο καθηγητής είναι εκείνος που πρέπει να απολαμβάνει τον απόλυτο σεβασμό και εμπιστοσύνη των μαθητών του, να τους καθοδηγεί και να τον εμπιστεύονται για ό,τι τους απασχολεί. Και ήταν αυτός ένας από τους λόγους που -όλοι μας- βιώναμε την ασφάλεια που μας παρείχε.
Ενώπιόν και υπό την καθοδήγησή του θα μπορούσε να εξελιχθεί η πιο ανατρεπτική συζήτηση, να εκφραστεί η πιο αντιδραστική και ακραία άποψη, πάντοτε τεκμηριωμένα.
Πίστευε βαθειά στον Θεό, αλλά μπορούσε να πραγματευτεί το ζήτημα και με έναν άθεο, μέσα από επιχειρήματα και συνέπεια στον λόγο.
Αγαπούσε ουσιαστικά και ενεργά τους ανθρώπους – όπως «οφείλει» ο δάσκαλος, είτε επρόκειτο για τους μαθητές του, είτε για αυτούς που επέλεγε να βάλει στη ζωή του. Και γινόταν έξαλος και έβγαινε εκτός εαυτού, όταν ένιωθε να πληγώνεται ο -εκάστοτε -και για οποιονδήποτε λόγο- αδύναμος.
[Σε μια δύσκολη δική μου στιγμή, τον θυμάμαι να μού λέει: «Όσο έχεις εμένα μην φοβάσαι τίποτε»! Κι αυτό «μού έφτασε»… τότε! Νομίζω ήταν μια από τις ελάχιστες στιγμές που τον είδα να δακρύζει.]
Έχανε την ηρεμία του τότε. Και απέμενε η αυστηρότητα στη φωνή και την έκφραση του προσώπου, όπως αυτή που έχει εκείνος που υπερασπίζεται το δίκαιο και το αυτονόητο, που άμεσα τον ενδιαφέρει και τον αφορά!
Είναι αλήθεια ότι προκαλούσε ισχυρές συμπάθειες και αντιπάθειες. Οι τελευταίες εξαφανίζονταν ωστόσο, όταν επρόκειτο αυτός ο άνθρωπος από κάποιον να… αμφισβητηθεί. Γιατί όλοι καταλαβαίνουν και συμβαίνει, η Αξία να είναι έκδηλη και τελικά αδιαμφισβήτητη. Αντικειμενική!
Οι αρχές που μας μετέδωσε –νομίζω- (πολλούς από εμάς) θα μας ακολουθούν πάντα!
Η Λίνα ήταν μια συμφοιτήτριά μου στο Πανεπιστήμιο. Μικροκαμωμένη και όμορφη, κυρίως όμως ένας έξυπνος άνθρωπος, που ήξερε να διεκδικεί τα πράγματα με τον δικό της τρόπο.
Αν και είχα γνωρίσει και άλλα κορίτσια από το έτος μου, η σχέση μας ήταν ξεχωριστή. Ήμασταν τόσο ίδιες όσο και διαφορετικές, σε βαθμό να συμπληρώνει η μια την άλλη. Η μια άρχιζε να μιλά και η άλλη ολοκλήρωνε τη φράση, χωρίς ποτέ να ξεφεύγει από το αρχικό νόημα. Επικοινωνία «αέρινη», ξεκούραστη.
Κάποιες φορές την ζήλευα για τον τρόπο με τον οποίο διεκδικούσε τα πράγματα, τα μικρά και τα μεγάλα. Επίμονα και σταθερά, κάποτε με «ελαφρότητα» και επιτήδευση, άλλοτε με πείσμα. Γιατί δεν αρνείτο το εκάστοτε «θέλω», τα μέσα και την γυναικεία φύση. Παράλληλα δεν έμπενε στην διαδικασία να αρνηθεί ή να αποκρύψει, αφού την συμπεριφορά και τις επιλογές της τις υπερασπιζόταν.
Δεν ανεχόταν τίποτε, παρά μόνον ό,τι είχε να κάνουν με το «δεσμευμένο» συναίσθημά της. Κι όταν αυτό τελείωνε ήξερε να φεύγει.
Γυναίκα που πρόσεχε υπερβολικά την εξωτερική της εμφάνιση, χωρίς να αφήνει τίποτε στην τύχη. Κοινωνική, είχε την ευκαιρία να γνωρίζει πολύ και ενίοτε αξιόλογο κόσμο. Και αυτό το ζήλευα.
Αστειευόμενες, λέγαμε: «οι δυό μας θα μπορούσανε να ήμασταν ένα πρόσωπο, η τέλεια γυναίκα». Είναι όμως αμφίβολο αν θα άντεχε ένας άντρας να είναι μαζί της.
Η αλήθεια είναι, ότι ποτέ από τότε που διακόψαμε ουσιαστικά την επικοινωνία μας, δεν ένιωσα έτσι για κάποια άλλη φίλη, ποτέ δεν ένιωσα να «ταυτίζομαι», ότι κάποιος με καταλαβαίνει τόσο πολύ.
Κι όμως αυτή η σχέση διεκόπη. Λόγω ιδιοσυγκρασιών; Συγκυριών; Και τα δύο; Δεν έχει πια σημασία. Είναι βέβαιο όμως ότι κάποιος λόγος υπήρχε.
Χαίρομαι που κάποτε γνώρισα μια κατάσταση με τη συγκεκριμένη ποιότητα, λυπάμαι όμως που δεν ευτύχησα να την έχω στη ζωή μου. Μού αρκεί ότι γνωρίζω πώς είναι…»!
Ο Δημήτρης Δ ήταν η πρώτη μου σχέση. Καθηγητής μου στο Φροντιστήριο στην ξένη γλώσσα.
Το ποιόν του απλού και οικείου. Ένας καθαρός άνθρώπος.
Όταν μετά από χρόνια θέλησα να συνεχίσω τα μαθήματα, τον βρήκα.
Μού είχε δείξει μια συμπάθεια παλιά… η οποία εξελίχθηκε όταν ξανασυναντηθήκαμε.
Και τώρα που το σκέπτομαι, είναι ως εάν να το ήξερα! Είχαμε κάτι «κοινό», που κάποτε θα μας συνέδεε περισσότερο. Έτσι κι έγινε.
Ο άντρας που θαυμάζει την γυναίκα, που στόχο έχει να ξεπερνά συνεχώς τον εαυτό του. Και όταν ασκεί κριτική, αυτή είναι εσωστρεφής, γίνεται αυτοκριτική, αυτοέλεγχος και ενδοσκόπηση. Δεν επιδιώκει να προσβάλει, και γίνεται ενίοτε επιθετικός μόνον αν πρόκειται να υπερασπιστεί ανθρώπους και καταστάσεις που πλαισιώνουν τη ζωή του.
Τον θυμάμαι όχι επειδή ήταν η πρώτη μου σχέση, μα επειδή, τώρα -μετά από κάποια χρόνια- και δεδομένης της εμπειρίας που μεσολάβησε, βρίσκω ότι είναι ένας από τους πιο καλούς και ακομπλεξάριστους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ.
Την Βάσω την γνώρισα το 1991 στην πρώτη νοσηλεία μου στο νοσοκομείο.
Ήταν μια γυναίκα 52 ετών που έμοιαζε για 35. Αριστοκρατική και σοβαρή, ένας ασφαλής άνθρωπος που εκείνη την περίοδο «δοκιμαζόταν».
Μού μιλούσε για τον εαυτό της και την καριέρα της. Ξεκίνησε να μαθαίνει αγγλικά στα 38 και μετά από 14 χρόνια εξελίχθηκε σε μορφωτική ακόλουθο στο Βρετανικό Συμβούλιο.
Η σφαίρα πέρασε ξιστά από τα μαλλιά της το 1985, όταν έγινε η δολοφονική απόπειρα στο Βρετανικό Συμβούλιο. Την ημέρα εκείνη (21/2/1985) άλλαξε θέση στο αυτοκίνητο Με την κοπέλα που σκοτώθηκε. Θα ήταν στη θέση της.
Αναγνώρισα στη Βάσω την αυτοπεποίθηση στην Γυναίκα που τα κατάφερε, το απλό και αυθεντικό - που δεν είχε λόγο να είναι αλλιώς! Με άγγιξε!
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας της πονούσα και συνέπασχα. Το βράδυ της κρατούσα το χέρι. Ήθελα να την βοηθήσω, αλλά συνειδητοποιούσα ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την απόγνωση… στα λόγια της εκείνες τις στιγμές. Την έβλεπα να υποφέρει και στενοχωριόμουν. Η νοσοκόμα με έβγαζε από το δωμάτιο για να μην την βλέπω, και η Βάσω μού ζητούσε συγγνώμη.
Σε τρεις ημέρες που κράτησε η αγωγή της δεν μπόρεσα να φάω παρά μόνο μια πυρουνιά. Έχασα 2 κιλά εκείνο το Σαββατοκύριακο.
Κρατήσαμε επαφή όταν έφυγε από το νοσοκομείο, μέχρι που χάθηκε οριστικά έναν χρόνο μετά, στις 9 Μαϊου.
Αυτό που έμεινε στην πίσω πλευρά του μυαλού μου από αυτήν, ήταν το πείσμα και οι στόχοι της, όπως τους αναγνώρισα ακούγοντάς την να μιλά για την ζωή της. Κι έμεινε έτσι ζωντανός Και ο δικός μου, δύσκολος στόχος.
Με βοήθησε να επιμείνω, προκαλώντας έκπληξη και σε μένα την ίδια, όταν πολλά χρόνια αργότερα επανήλθα στη Σχολή αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες- για να ολοκληρώσω τις σπουδές και να πάρω το πτυχίο μου.
Τώρα πια είμαι βέβαιη πως έπαιξε τον ρόλο της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλιά σας: