Τον είχα παρακολουθήσει σε μια διάλεξη στο Ινστιτούτο. Μού άρεσε, ζήτησα το mail του από μια καθηγήτριά μου και του έγραψα.
Βρισκόμουν σε μια πολύ δύσκολη φάση τότε.
Ο οφθαλμίατρος που με είδε για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα (Ιούνιος 2006) μού εξέφρασε την ωμή προοπτική.
Για μια εβδομάδα, έκλαιγα μέρα-νύχτα, πάντα κρυφά. Δεν ήθελα να στενοχωρήσω την μητέρα μου.
Και μετά από αυτό μού παρουσιάστηκαν οι αρρυθμίες (φυσικό & επόμενο). Αφού είχαν περάσει δύο εβδομάδες, αποφάσισα να το αντιμετωπίσω.
Μίλησα με έναν γνωστό μου γιατρό, ο οποίος μού συνέστησε έναν συνάδελφό του στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο «Αλεξάνδρας». Αρχίσαμε μια σειρά από καρδιολογικές εξετάσεις, για να βρούμε την αιτιολογία. (Οι αρρυθμίες οφείλονταν σε έκτακτες συστολές). Βεβαίως γνώριζα πολύ καλά, ότι όλο αυτό ήταν αποτέλεσμα της στενοχώριας και της πίεσης που αισθανόμουν.
Κάπου εκεί ζήτησα βοήθεια. Το βέβαιο ήταν ότι ένα αντικαταθλιπτικό θα βοηθούσε, κι έτσι επικοινώνησα με τον ψυχίατρό.
Στην πρώτη μας επαφή, μού φάνηκε ένας άνθρωπος ευγενικός ήπειων τόνων. Περίπου εκεί στα 40.
Δεν ήμουν σε καλή κατάσταση. Του εξέφρασα άμεσα αυτό που ζητούσα.
Η πρότασή του ήταν διαφορετική. Μού συνέστησε να αρχίσουμε μια σειρά από συνεδρίες και στην πορεία να επανεξετάσουμε την ανάγκη της φαρμακευτικής αγωγής.
Ξεκινήσαμε αμέσως, αν και δεν ήμουν προετοιμασμένη για ένα τέτοιο τίμημα (240€ τον μήνα).
Με αυτόν τον άνθρωπο «ταίριαξα» από την πρώτη στιγμή. Ήταν καλλιεργημένος, αρκετά έξυπνος.
Δεν ξέρω αν σού συμβαίνει συχνά… Με ορισμένους ανθρώπους αισθάνομαι ότι εκπέμπω στην ίδια συχνότητα. Ως εάν να υπάρχει μια κοινή βάση εκκίνησης, και γι'αυτό η επικοινωνία είναι πιο εύκολη, πιο εύστοχη και ουσιαστική. Δεν χρειάζεται να λέμε πολλά, παραλείπουμε τα αυτονόητα. Δεν χρειάζεται να προσδιορίσουμε τα πάντα, γιατί ξέρουμε και οι δύο πως είναι έτσι… και δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Έτσι ήταν και με τον Γιάννη.
Η συνεργασία μας κράτησε δυό-μισυ περίπου χρόνια (από Ιούνιο 2006 έως Απρίλιο 2009).
Μέσα σε αυτά τα χρόνια, οι συναντήσεις μας ήταν μια σημαντική διέξοδος για μένα.
Μοιραζόμουν –μέσα από τη διαδικασία της ψυχοθεραπείας- εκτός από τις εμπειρίες μου, κοινά ενδιαφέροντα (για τη φιλοσοφία, την τέχνη και το θέατρο), εξέφραζα τους προβληματισμούς & -ενίοτε- τις αμφιβολίες μου. Συζητούσα αυτά που δεν μπορούσα να συζητήσω με κανέναν άλλον:
Για το δικό μου «αυτονόητο» που συχνά συναντιόταν με το δικό του, για το δικό μου απαράδεκτο & ηθικό, για όλα αυτά που άγγιζαν την ψυχή μου και για τους περισσότερους ανθρώπους μοιάζουν αδιάφορα, για αυτά που εξιτάρουν το μυαλό μου, αλλά δυστυχώς μόνο το δικό μου - συνήθως.
Είχαμε μια κοινή αίσθηση για το αξιοπρεπές και το χυδαίο, το ωραίο και το αξιόλογο.
Τον θυμάμαι να μού λέει: «Όταν σε ακούω, μερικές φορές… μού έρχονται δάκρια στα μάτια, αλλά δεν θέλω να το κατάλάβεις για να μην νομίζεις ότι σε λυπάμαι».
Και διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, θα αναρρωτίοταν κανείς, για ποιόν λόγο διέκοψα αυτή την ιδανική επαφή-συνεργασία. Καθένας θα ήθελε να έχει στη ζωή του και να συναναστρέφεται έναν άνθρωπο που του προσφέρει πληρότητα –διανοητική & συναισθηματική- έστω και σε αυτή τη μορφή, ακόμη κι αν αυτή «κοστίζει».
Η ψυχοθεραπεία είναι η διαδικασία μέσα από την οποία το υποκείμενο (ψυχολόγος ή ψυχίατρος) θα πρέπει να ξεπερνά το «ανθρώπινο», την υποκειμενική οπτική των πραγμάτων που αφορούν τον θεραπευόμενο ή την εξυπηρέτηση προσωπικών του σκοπών και μόνον.
Κι όμως είμαστε άνθρωποι! Επιρρεπείς και με αδυναμίες.
Μού ήταν αδύνατο να συνεχίσω τις συνεδρίες για δύο λόγους:
1. Από την αρχή της συνεργασίας μας, ο Γιάννης επέμεινε σε μια θέση η οποία με έβρισκε εντελώς αντίθετη. Τοποθετούσε την «λύση»-διέξοδο των προβλημάτωνμ που αντιμετώπιζα κυρίως σε μια κατεύθυνση με την οποία διαφωνούσα εντελώς. Ήταν κάτι το οποίο είχαμε συζητήσει από την αρχή πολλάκις. Και η αντίθεσή μου αυτή ήταν συνειδητή, σταθερή και τεκμηριωμένη.
Και παρά την διαφωνία μου στην θέση του, επέμεινε σε αυτήν μέχρι την τελευταία συνεδρία.
Πώς μπορείς να συνεχίσεις να συνεργάζεσαι με κάποιον, όταν συμφωνείς με τα μέσα, αλλά όχι με το αντικείμενο της εργασίας;
Έχω την αίσθηση, ότι το έκανε όχι τόσο επειδή το πίστευε, αλλά επειδή δεν είχε να μού προτείνει κάτι άλλο. Νομίζω ότι ήταν η άρνησή του να παραδεχτεί πως δεν υπήρχε «λύση». Ασυνείδητα, επέμενε στη θέση του για να ενισχύσει την δική του εικόνα απέναντί του.
2. Λίγο καιρό πριν σταματήσουμε τις συνεδρίες, του είχα πει πώς αισθανόμουν. Σχεδόν τον είχα ερωτευθεί. Και Του το είπα ξεκάθαρα.
Ήταν απολύτως φυσικό!
Μού προσέφερε μια πολλαπλή κάλυψη που δεν είχα ποτέ, σε συνδυασμό με την λεπτότητα και την ευγένεια που χρειαζόμουν.
Επειδή άρχισε να καταλαμβάνει μέσα μου ιδιαίτερο χώρο, επειδή δεν μπορούσε να είναι ούτε καν φίλος μου, του ζήτησα να σταματήσουμε.
Έθιξα και έθεσα άμεσα το ζήτημα. Κι εκείνος… -Με έναν τρόπο που δεν ταιριάζει σε ψυχοθεραπευτή αλλά σε πρώην εραστή- με γλυκύτητα και με τα δικά του επιχειρήματα:
Γ: - Λοιπόν τι λες;
(Εγώ): - Ξέρεις ότι δεν μπορώ να σού φέρω αντίρρηση!
Κι ένιωθα ακριβώς αυτό! (το είχα ξαναζήσει χρόνια πριν) Με παρακαλά ο εραστής μου, ο άνθρωπος με τον οποίο έχω σχέση να μην χωρίσουμε. Ήταν τέτοια η ψυχική πίεση που αισθάνθηκα!
Μετά από λίγες ημέρες, κι αφού είδα ότι αφ'ενός από κοντά δεν κατάφερνα να διακόψω, αφ'ετέρου ότι κανένας δεν θα με προστατεύσει από τον πόνο που ερχόταν αφού δεν υπήρχαν περιθώρια για ανταπόκριση, του έστειλα email.
Παραθέτω παρακάτω και την απάντησή του, και το κάνω για έναν μόνον λόγο.
Για να καταλάβεις, ότι ο καθένας μπορεί να ισχυρίζεται ό,τι θέλει, όμως εσύ γνωρίζεις καλύτερα τι σού κάνει καλό, και τελικά αποφασίζεις. Αν δεν προστατεύσεις εσύ τον εαυτό σου, κανείς δεν θα το κάνει για σένα.
Γιάννη καλημέρα!
Δεν γνωρίζω αν περίμενες μια τέτοια κίνηση από μένα.
Ωστόσο, συνηθίζω να επαναπροσδιορίζω τα πράγματα, όταν έχω μια σαφή και καθαρή εικόνα γι' αυτά.
Κάθε σχέση –και η ψυχοθεραπευτική- οφείλει να εξελίσσεται! Και η δική μας ψυχοθεραπευτική σχέση δεν μπορεί να εξελιχθεί, αν προηγουμένως δεν δεχτώ τη βασική σου Θέση (περί …).
*[Ήταν μεγάλο σοκ για μένα.
Νιώθω πως βιώνω τη διαδικασία αυτή (τών τελευταίων μας συναντήσεων) σαν ένα μικρό θάνατο, και χρειάζομαι λίγο χρόνο για να αφομοιώσω και να εξοικειωθώ. Να συμφιλιωθώ με την ιδέα.
Και μέχρι τότε, θέλω –χωρίς οποιαδήποτε (φαρμακευτική ή άλλη) παρέμβαση- να μπορώ να πονάω γι' αυτόπου συνειδητοποιώ ότι έχασα, αν και –ενδεχομένως- ποτέ δεν είχα.
Είναι οδυνηρό και δύσκολο όλο αυτό! Η αναγκαιότητα να «προσγειωθώ στην πραγματικότητα», αναθεωρώντας την–μέχρι τώρα- οπτική μου.
Και αυτό θα πάρει χρόνο.]*
Δεν χριάζεται να ανησυχείς Για κάΤι.
Εσύ εξέφρασες αυτό που πίστευες*, με τον τρόπο που πίστευες.
Είναι θέμα δικό μου, πότε θα το αποδεχτώ**. Και τότε θα ζητήσω και θα δεχτώ τη βοήθειά σου, πάνω σε μια νέα, συνεπή και "υγειή" βάση.
Να είσαι πάντα καλά
. . . . . . .
Υ.Γ.: Σ' αγαπώ πολύ και σε εκτιμώ απεριόριστα, κι αυτό δεν αλλάζει.
(*) Αναφέρομαι στην θέση την οποία εξέφραζε επανειλημμένως και με έβρισκε εντελώς αντίθετη.
(**) Γνώριζα ότι ποτέ δεν επρόκειτο –και δεν πρόκειται- να αποδεχτώ την θέση του. Ήταν όμως ένα επιχείρημα, για να τελειώσω αυτήν την συνεργασία που είχε αρχίσει να γίνεται επώδυνη.
(η απάντησή του)
. . . . . . καλησπέρα.
Διάβασα με μεγάλη περίσκεψη την επιστολή σου.
Κατανοώ πολύ καλά αυτό το συναίσθημα που μου περιγράφεις και το οποίο ομοιάζει με απώλεια ή πένθος. Κατά τη γνώμη μου αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα ουσιαστικό και κρίσιμο στην ψυχοθεραπευτική εργασία. Είναι το σημείο όπου καλούμαστε να κάνουμε αξιολόγηση των μηχανισμών άμυνας του παρελθόντος και να διαχωρίσουμε τα λειτουργικά συστατικά αυτών των μηχανισμών, από εκείνα τα οποία αποτέλεσαν παγίδα και τροχοπέδη στην ψυχική ευεξία. Παράλληλα καλούμαστε να συζητήσουμε στην ψυχοθεραπεία και τα ζητήματα που θέτει η επεξεργασία της απώλειας την οποία βιώνει ο θεραπευόμενος.
Σε αυτή ακριβώς τη χρονική στιγμή, η οποία αποτελεί σημείο συνέχισης και εξέλιξης της θεραπευτικής σχέσης, μου είναι ξεκάθαρο ότι η πορεία περνάει μέσα από ένα κοινό δρόμο και όχι από την απόσταση. Στην αποδοχή ή μη των θεμάτων που έθεσα και προέκυψαν από την ψυχοθεραπεία δεν είσαι μόνη και δεν αποτελεί αποκλειστικά δικό σου θέμα, αλλά είναι κοινό και ουσιαστικό υλικό θεραπευτικής εργασίας.
Γνωρίζω τη δυσκολία του βιώματος σε αυτή τη φάση της κοινής μας πορείας και βεβαίως είναι σεβαστή κάθε δική σου απόφαση. Παρά ταύτα οφείλω να σου πω ότι δε συμφωνώ με μια απόφαση απόστασης ή διακοπής για τους λόγους που εν πολλοίς έχουμε συζητήσει και ήδη προανέφερα.
Πέρα από όλα αυτά και την όποια απόφαση λάβεις, θέλω να σου δηλώσω και τη δική μου απεριόριστη εκτίμηση και αγάπη, καθώς και τη διαθεσιμότητά μου για κάθε παροχή βοήθειας όποτε νιώσεις ότι τη χρειάζεσαι.
Κάλεσε με όποτε χρειαστείς.
Με βαθιά εκτίμηση
. . . . . .
Για να είμαι σαφής: Δεν αμφισβητώ τις αγαθές προθέσεις.
Πιστεύω ωστόσο, ότι αυτές ξεκίνησαν από την καθαρά υποκειμενική οπτική του ψυχοθεραπευτή και παρέμειναν σε αυτήν, μη ανταποκρινόμενες στις ανάγκες, τον χαρακτήρα, το βίωμα, την πεποίθηση ή την επιθυμία του θεραπευομένου.
Σε μπέρδεψα; Δεν νομίζω!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τα σχόλιά σας: